Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Είδαμε την “Αφροδίτη” του Π. Μάτεσι στο Bios

Είδαμε την “Αφροδίτη” του Π. Μάτεσι στο Bios

Γράφει η Κακλαμάνη Αθηνά

Ο Παύλος Μάτεσις είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους Έλληνες συγγραφείς, αφού παρά την αίγλη της γραφής του δεν διδάσκεται στα σχολεία και έτσι παραμένει άγνωστος στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κοινού. Αυτό, δε, δεν είναι κάτι παράλογο, καθώς ο Μάτεσις προσεγγίζει θέματα, που όχι μόνο δεν αναδεικνύουν τα θετικά στοιχεία του λαού μας, ενισχύοντας τα πατριωτικά αισθήματα των μικρών μαθητών που θα διάβαζαν τα κείμενά του, αλλά εστιάζει ακριβώς στην αντίθετη μεριά, ήτοι στην αποκάλυψη των παθογενειών και των αποκρουστικών πραγμάτων που συμβαίνουν πίσω από τις κλειδαρότρυπες και δεν θέλουμε να δούμε.
Πράγματι, αν κάτι κάνει καλύτερα από τον καθένα ο Μάτεσις είναι να ξεσκεπάζει όλες τις ενοχές και τα σκοτεινά μυστικά του μικροαστισμού και, δη, εκείνου που είναι βαθιά ριζωμένος στην επαρχία. Για το σκοπό αυτό, δε, επιστρατεύει μια γλώσσα τόσο άριστη, τόσο εύηχη και ποιητική, που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το περιεχόμενο των έργων του, τα οποία χαρακτηρίζονται από το γκροτέσκο περιεχόμενό τους, το ταμπού και την ρήξη με την κοινή ηθική. Πρωταγωνιστές του, την ίδια στιγμή, δεν είναι παρά άνθρωποι υπεράνω πάσης υποψίας, κάτι που καθιστά το σοκ στην αποκάλυψη της αληθινής τους φύσης ακόμα μεγαλύτερο, απηχώντας κάτι από το σύμπαν του οικογενειακού δράματος του Λάνθιμου (Κυνόδοντας), ή του Αβρανά (Miss Violence), ή ακόμα και του Κοκκινόπουλου. Με άλλα λόγια, η ασχήμια της ελληνικής “αγίας” χριστιανικής οικογένειας τίθεται στο στόχαστρό του.


Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα τα παραπάνω μπορώ να πω ότι η “Αφροδίτη”, του Παύλου Μάτεσι δεν είναι παρά μια γυναικεία ηχώ, που αναπαράγεται γενιές ολόκληρες, μια ηχώ λανθάνοντος ερωτισμού, καταπιεσμένου συναισθήματος, συμβιβασμού και υποταγής, που παραδοσιακά συντηρείται καθιστώντας τη γυναίκα όμηρο του φύλου της και που αναπόφευκτα οδηγεί στη σύγκρουση και την ανταπόδοση των όσων αποτρόπαιων υφίσταται. Εν προκειμένω, δε, η ηρωίδα είναι μια ταπεινωμένη από όλους γυναίκα, μέσα σε ένα σύμπαν εξ' ολοκλήρου αρσενικό, εντός του οποίου φαίνεται να μην χωράει. Έχοντας εγκαταλειφθεί, χωρίς εξήγηση, από το σύζυγό της και εγκαταλειφθεί ακόμα και από τον εραστή της, η Αφροδίτη μένει μόνη με τους δύο τους γιους, τον Μάριο, ο οποίος πάσχει εκ γενετής από αναπηρία και εκθέτει τον εαυτό του σε τροχαία ατυχήματα προκειμένου να βγάζει χρήματα και τον Τίτο, έναν νάρκισσο έμπορο ναρκωτικών που συνεχώς την υποτιμά και την απαξιώνει.
Ο Μάτεσις, ωστόσο, παρά την μιζέρια μέσα στην οποια ντύνει την Αφροδίτη του καταφέρνει να την καταστήσει ηρωίδα από τη δειλή της αρχή, δίνοντας της σχεδόν μυθολογική υπόσταση, σαν εκείνη της Μήδειας, ή των ηρωίδων των Λατίνων συγγραφέων υπό το πέπλο του μαγικού ρεαλισμού τους. Της παρέχει, έτσι, οριακά μεταφυσικές ιδιότητες, μέσω των οποίων η Αφροδίτη παλεύει να αναδυθεί μέσα από το βούρκο του εξευτελισμού και την υποταγής της ως γυναίκα, εργάτρια, μητέρα, φροντιστής, εραστίς και σύζυγος. Αυτή, ακριβώς, την υπερβατική πτυχή της αναδεικνύει σε τέλειο βαθμό η μεταφορά του έργου από την Κατερίνα Κλειτσιώτη και τη Σοφία Κορώνη στη σκηνή του Bios, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της, καθιστώντας το θέαμα ιδιαίτερα επιβλητικό, μα και ανοικείο.


Επιπλέον, μέσα από την ανάδειξη της αρχοντικής γραφής του Μάτεσι δια στόματος των ερμηνευτών, οι δημιουργοί καταφέρνουν να συνδυάσουν την ποιητικότητα και την ομορφιά με έναν ωμό ρεαλισμό, σχεδόν νατουραλιστικό. Παράλληλα, κάθε φορά που αυτοί πλησιάζουν τον ρόλο τους τρομαχτικά κοντά, υπάρχει διαφορά αφήγησης, σε γ' πρόσωπο, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται αυτό που ο Μπρεχτ εχει ονομάσει “αποστασιοποίηση” και ως εκ τούτου ο θεατής να μην ταυτίζεται με τους ήρωες, αλλά να γίνεται μάρτυρας μιας εμφανώς παθογενούς κατάστασης, από την οποία η Αφροδίτη πασχίζει να ξεφύγει. Ως εκ τούτου, οι ήρωες εναλάσσουν τα εκφραστικά τους μέσα, άλλοτε μέσω των ρεαλιστικών ερμηνειών τους και άλλοτε μέσα από μια επιτελεστικού τύπου προσέγγιση του ρόλου τους. Αυτό, δε, είναι απόλυτα φυσιολογικό αφού τα θέματα που καλούνται να προσεγγίσουν είναι λεπτά και πέρα της βιωματικής εμπειρίας του μέσου ανθρώπου.
Ειδικότερα, οι αντι- ήρωες του Μάτεσι έχουν μέγεθος, όμοιο με εκείνον των τραγικών ηρώων του αρχαίου δράματος, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η προσέγγισή τους με τα παραδοσιακά ερμηνευτικά μέσα και αυτό είναι κάτι που οι σκηνοθέτιδες αντιλαμβάνονται από την αρχή της παράστασης, κατά την οποία ήδη έχουν αρχίσει να “χτίζουν” τον χώρο μέσα στον οποίο αυτοί θα κληθούν να αναπτυχθούν. Με αυτό το τρόπο, άλλωστε, προετοιμάζεται και ο θεατής να δεχθεί την αποτρόπαια πράξη της Αφροδίτης, ανακηρύσσοντας την σε μία πράξη αντίστασης, όμοια με εκείνη που προχωρά η Δασκάλα του πιάνου του Haneke, προκειμένου να απελευθερωθεί από όσα την καταπιέζουν. Με αυτό το τρόπο η σύγκρουση της κοινής ηθικής με τα όσα πραγματοποιούνται πάνω στη σκηνή γίνεται πιο ήπια και το κοινό καταφέρνει να αντιληφθεί την κάθαρση που επέρχεται στο τέλος, έστω και ημιτελώς.


Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό ότι η “Αφροδίτη” της Κατερίνας Κλειτσιώτη και της Σοφίας Κορώνη καταφέρνει να αναδείξει στην καλύτερη του εκδοχή το έργο του Μάτεσι και συγκεκριμένα να αποκρυσταλλώσει τον ιδιότυπο τόπο με τον οποίο αυτός κάνει λόγο για κάθε λογής φρικαλεότητα μέ τη χάρη ενός λυρικού ποιητή. Παράλληλα, οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από πλουραλισμό ως προς τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούνται, τοποθετώντας τους ήρωες αυτούς της παρακμής και της μιζέριας σε ένα θεϊκό βάθρο, κάτι που επίσης προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στον θεατή, αφού το μεγαλείο πολύ γρήγορα διαδέχεται η ετεροντροπή, η αμηχανία, η θλίψη, το αδιέξοδο. Ιδιαίτερα, η Σοφία Κορώνη προσεγγίζει την Αφροδίτη της με συγκινητική τρυφερότητα, ακόμα και στα σημεία που αποστασιοποιείται από εκείνη, καθιστώντας την μια σύγχρονη θεά ή Μήδεια, που αναδύεται μέσα από τη συμφορά και το φόνο, μια θεά της παρακμής. Αλλά και ο Γιώργος Ντούσης μεταμορφώνεται με τον πιο υπεροπτικό, γοητευτικό, ναρκισσιστικό τρόπο στον Τίτο, προκαλώντας δέος και ταυτόχρονα απορία για τον αλλόκοτο αυτό χαρακτήρα που καλείται να ερμηνεύσει. Τέλος, ο Βασίλης Χατζηδημητράκης επιστρατεύει όλη την παιδικότητα και την παθολογία του στίγματος της αναπηρίας, προκειμένου να δώσει ζωή στον Μάριο, τον έτερο γιο της Αφροδίτης, ο οποίος κάιτοι "αθώος", αποτελεί ένα ακόμα βαρύδιο στα πόδια της Αφροδίτης, ντύνοντας με "αγιοσύνη" την πάθησή του.
Πρόκειται, πραγματικά, για ένα έργο μοναδικής αισθητικής που δίνει λίγο περισσότερο χώρο στο γυναικείο βίωμα, συναισθήματα που πολλές γυναίκες από εμάς έχουν κάποτε αισθανθεί και δεν έχουν μπορέσει να εκφράσουν, καταπιεζόμενες από την κοινωνική κατασκευή του φύλου τους. Πόσες, άραγε, από εμάς έχουμε φοβηθεί να ερωτευτούμε; Πόσες από εμάς δεχτήκαμε μια πρόταση γάμου από ανασφάλεια; Πόσες από εμάς αντιπαθήσαμε τα ίδια μας τα παιδιά;

Bios Basement (Πειραιώς 84, Γκάζι, 210 3425335)
Διάρκεια: 75’
Δραματουργική επεξεργασία:Κατερίνα Κλειτσιώτη/ομάδα Κόσμοι από Γάλα σε συνεργασία με τηνΣοφία Κορώνη
Σκηνοθεσία:Κατερίνα Κλειτσιώτη | Σοφία Κορώνη
Σκηνικά, κοστούμια:Γιώργος Λυντζέρης
Μουσική επιμέλεια, επεξεργασία ήχου:Άννα Μουζάκη
Φωτισμοί:Δημήτρης Κουτάς
Μακιγιάζ:Ευαγγελία Μανούρα
Φωτογραφίες, teaser:Γιάννης Μουσουρίδης
Graphic designer:Γιάννης Ρουμπάνης Sugahtank
Επικοινωνία:Κατερίνα Αποστολοπούλου
Χειρισμός κονσόλας:Ελένη Καβούκη
Παίζουν:Σοφία Κορώνη, Γιώργος Ντούσσης, Βασίλης Χατζηδημητράκης
Φωνή στο ραδιόφωνο –Μαρίνα Καμαλάκη
Παραστάσεις: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (εκτός από τη Μεγάλη Εβδομάδα) στις 21:15
Εισιτήριο: 15, 12 ευρώ

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.