Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Είδαμε την παράσταση «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» του Ανέστη Αζά στο Θέατρο Προσκήνιο

Είδαμε την παράσταση «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» του Ανέστη Αζά στο Θέατρο Προσκήνιο

Πατέρας. Η πιο καθοριστική σχέση στη ζωή μιας κόρης. Η πρώτη επαφή μιας νεαρής  με το «άλλο» φύλο. Το πρώτο βλέμμα που σε ορίζει – ή σε μπερδεύει. Το πρώτο πρότυπο άντρα. Και μαζί του, ένα μικρό ή μεγάλο Οιδιπόδειο που κουβαλάμε χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε. Άντρας. Κανείς δεν σε προετοιμάζει στη ζωή για την καφρίλα των ανδρών. Για τον τρόπο με τον οποίο τους κινητοποιεί το πουλί τους. Για το πως μπορείς να προστατευθείς. Για το πως να μη γίνεις σαν εκείνον. Για το πως θα γίνεις καλύτερος απο εκείνον.

Στην παράσταση «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν», πέντε ηθοποιοί και ένας μουσικός κάθονται σε ένα καφενείο. Ένας γνώριμος, λαϊκός χώρος. Εκεί που οι άντρες έμαθαν να σωπαίνουν, να αστειεύονται, να πίνουν, να μιλούν για ποδόσφαιρο και πολιτική, για γκόμενες και για το χρήμα — αλλά σπάνια για όσα τους πονούν.

Ο τίτλος είναι πιθανότατα εμπνευσμένος από την ταινία «2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν» (1967), μια κωμωδία-ντοκιμαντέρ του Jean-Luc Godard, ο οποίος υπογράφει τόσο τη σκηνοθεσία όσο και το σενάριο.

Η αρχή είναι πολλά υποσχόμενη. Ακούγεται το True Love Will Find You in the End του Daniel Johnston. Ένα τραγούδι εύθραυστο. Σαν υπόσχεση ότι, κάπου μέσα σε όλες αυτές τις σιωπές, υπάρχει αγάπη. Ίσως αδέξια. Ίσως άγρια. Αλλά υπαρκτή.

Η παράσταση μιλά για την πατρότητα χωρίς «εγχειρίδιο χρήσης».Τι σημαίνει να είσαι πατέρας; Τι σημαίνει να είσαι άντρας; Ποιος σου το έμαθε; Και τι κάνεις όταν αυτό που έμαθες σε πληγώνει;Οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη. Ιστορίες πολλές. Άλλες τρυφερές, άλλες σκληρές, άλλες αστείες. Ο πατέρας που μαλώνει με τον γείτονα για μια θέση πάρκινγκ. Που σηκώνει βαριά έπιπλα για να αποδείξει τη δύναμή του. Που τραγουδάει δυνατά. Που βρίζει. Που δεν μοιράζεται τα προβλήματά του. Που λείπει όλη μέρα για να φέρει λεφτά στο σπίτι. Που νομίζει ότι η αγάπη μετριέται με θυσίες και όχι με λόγια.

Άλλο ένα θέμα που αγγίζει η παράσταση είναι ο μισογυνισμός. Παρουσιαζόταν τότε αλλά ακόμα και τώρα, ως κάτι σχεδόν φυσικό. Ως «έτσι είναι οι άντρες». Ως πείραγμα, ως αστείο, ως ένταση της στιγμής. Μια κανονικότητα που περνούσε από γενιά σε γενιά χωρίς να κατονομάζεται. Ένα εργαλείο κοινωνικοποίησης που μάθαινε στα αγόρια να επιβάλλονται και στα κορίτσια να αντέχουν. Κανείς δεν το έλεγε ωμά, αλλά ήταν εκεί — στις φωνές, στις σιωπές, στα «μην απαντάς», στα «οι άντρες έτσι κάνουν». Κι αυτό είναι συγκλονιστικό.

Εκείνη όμως η συνειδητοποίηση που με συγκλόνισε ήταν η ατάκα για το ότι το 90% του χρόνου που περνάμε με τους γονείς μας το ζούμε στην παιδική μας ηλικία και μόλις το 10% στην ενήλικη ζωή μας. Δηλαδή, όλο αυτό το άγραφο μάθημα για το τι σημαίνει άντρας και τι σημαίνει γυναίκα το μαθαίνουμε όταν ακόμη δεν έχουμε άμυνες. Όταν όλα τα απορροφούμε σαν αλήθεια.

Τα παιδιά μαθαίνουν τον κόσμο μιμούμενα τους γονείς τους. Κι έτσι η αρρενωπότητα περνά από γενιά σε γενιά σαν άγραφος νόμος. Κανείς δεν σε προετοιμάζει για το βάρος του «επιβήτορα». Για το ότι «οι άντρες δεν κλαίνε». Για το ότι ο θυμός είναι πιο αποδεκτός από την ευαλωτότητα.

Σε μια από τις σκηνές, αιωρείται το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ. Είναι εκεί ακόμη κι όταν δεν είναι. Όπως όλοι οι πατέρες. Ακόμη κι όταν λείπουν, ακόμη κι όταν έχουν φύγει, ακόμη κι όταν δεν θέλουμε να τους μοιάσουμε.

Η παράσταση δεν δικάζει. Αναρωτιέται. Αν υπήρχαν δικαστήρια συναισθημάτων, όπως αναφέρεται, ποιος θα έφταιγε; Αυτός που δεν ήξερε να αγαπά αλλιώς; Ή αυτός που δεν άντεξε να συγχωρέσει;

"Έχυσες πρώτος και δεν πρόλαβα να τελειώσω; Ποινή φυλάκισης 5 χρόνια."

Η σκηνοθεσία του Ανέστη Αζά, μαζί με την πολύτιμη βοήθεια της Ιωάννας Κανελλοπούλου και του Βαγγέλη Βλάχου είναι λιτή αλλά ουσιαστική. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με ευρήματα. Αφήνει χώρο στους ηθοποιούς και στις ιστορίες τους να αναπνεύσουν. Στήνει ένα καφενείο που μοιάζει οικείο, σχεδόν καθημερινό, και μέσα σε αυτό το απλό πλαίσιο ξεδιπλώνονται πολύπλοκα συναισθήματα. Η ροή είναι φυσική, σαν κουβέντα που ανοίγει σιγά σιγά και βαθαίνει χωρίς να το καταλάβεις. Υπάρχει ρυθμός, υπάρχουν παύσεις που λένε περισσότερα από λόγια, και μια διακριτική καθοδήγηση που ενώνει τις προσωπικές αφηγήσεις σε ένα ενιαίο, ζωντανό σώμα.

Το κείμενο συνυπογράφουν ο Μιχάλης Πητίδης, ο ίδιος ο σκηνοθέτης και η ομάδα, με τη συμβολή της Ιωάννα Κανελλοπούλου στη δραματουργία. Τη σκηνογραφία και τα κοστούμια υπογράφει η Διδώ Γκόγκου μαζί με τον Ήλια Στριγγάρη, τη μουσική ο Παναγιώτης Μανουηλίδης και τους φωτισμούς ο Γιώργος Κασσάκος.

Οι ηθοποιοί, ο Γιώργος Βαλαής, ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης, η Μάρω Σταυρινού, η Κωνσταντίνα Τάκαλου και ο Ρίνο Τζάνι λειτουργούν σαν μια αληθινή παρέα. Δεν ξεχωρίζει κανείς για να «κλέψει» τη σκηνή. Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο με γενναιοδωρία. Ακούνε ο ένας τον άλλον, στηρίζονται, αφήνουν σιωπές να υπάρξουν. Υπάρχει μια αίσθηση συλλογικότητας και εμπιστοσύνης που κάνει τις ιστορίες να μοιάζουν βιωμένες και όχι απλώς παιγμένες. Και αυτό είναι ίσως το πιο δυνατό στοιχείο τους: ότι μοιάζουν άνθρωποι που εκτίθενται μαζί, όχι ρόλοι που απλώς εναλλάσσονται.

Ο Ανέστης Αζάς καλεί τους ηθοποιούς να μιλήσουν για τους δικούς τους πατέρες. Το κείμενο γεννιέται συλλογικά, μέσα από μνήμες και εξομολογήσεις. Αυτή η αλήθεια — ακόμη κι όταν αγγίζει τη μυθοπλασία — είναι που δίνει στην παράσταση δύναμη. Δεν βλέπουμε ρόλους. Βλέπουμε ανθρώπους.

Κάποιες σκηνές μου θύμισαν παλιά, ελληνική, ασπρόμαυρη ταινία, όπως τα χαστούκια μεταξύ των μελών της οικογένειας και η σκηνή με τον βενζινά που πάει να ζητήσει την κόρη του σε γάμο. Μου θύμισαν ενσταντανέ από το «Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη» με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ παρόμοιες κωμικές σκηνές συναντάμε και σε άλλες ταινίες όπως αυτές που έπαιζε ο αείμνηστος Κώστας Βουτσάς.

Κάποια στιγμή ακούγεται η φράση: «Δεν είμαι ιδιοκτησία σου. Δεν ξέρεις καν ποιος είμαι, τι νιώθω».Και εκεί, η παράσταση ανοίγει μια ρωγμή. Γιατί μιλά και για τους γιους αλλά και για τις κόρες. 

Θα γελάσετε. Θα κλάψετε. Θα αναγνωρίσετε τον δικό σας πατέρα σε μια κίνηση, σε μια φράση, σε μια σιωπή. Και ίσως, φεύγοντας από το θέατρο, αναρωτηθείτε:Τι πραγματικά ξέρω γι’ αυτόν; Και — το πιο δύσκολο — τι ξέρω για μένα μέσα από εκείνον; Και τελικά πώς επιβιώνεις σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο;
Μια παράσταση-ντοκουμέντο, ανάλαφρη, με χιούμορ, τρυφερή και σκληρή μαζί. Σαν τους πατέρες μας.

 

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/dyo-i-tria-pragmata-pou-ksero-gi-auton/

 

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.