Διαβάσαμε το Διάνεμα της Αλεξίας Κατσικογιάννη
Όντας το δεύτερο βιβλίο της Αλεξίας Κατσικογιάννη, το «Διάνεμα» (Εκδόσεις Άνω Τελεία) διασπάται σε τρεις νουβέλες —«Η θεία Σταφίδα», η ομώνυμη «Διάνεμα» και το «Νησί σαν πεταλούδα»— που, αν και αυτοτελείς ως προς την πλοκή και τα πρόσωπα, συνομιλούν μεταξύ τους μέσα από ένα κοινό θεματικό και υφολογικό σύμπαν. Πρόκειται για ένα βιβλίο που κινείται με άνεση στο μεταίχμιο μεταξύ μαγικού ρεαλισμού, δυστοπικής αλληγορίας και ποιητικής ενδοσκόπησης, δομημένο σε μια γλώσσα, το δίχως άλλο, ιδιοσυγκρασιακή. Η Κατσικογιάννη γράφει σαν να επανακαλύπτει τις λέξεις: τις ζυγίζει, προκαλεί την τριβή μεταξύ τους, τις αφήνει να μπλεχτούν σε απρόβλεπτες παρομοιώσεις και μεταφορές, ως δομικά στοιχεία του κόσμου μέσα στον οποίο περιφέρονται οι ήρωες.
Η έννοια της απόστασης (σε όλες τις πιθανές εκφάνσεις της) αποτελεί τον θεματικό άξονα που διατρέχει και τις τρεις νουβέλες. Στη «Θεία Σταφίδα», η απόσταση είναι αυτή που χωρίζει τους ανθρώπους από τη μνήμη τους, από το ίδιο τους το σώμα που φθίνει και αλλάζει, από την ίδια τη γλώσσα που ξεθωριάζει και χάνεται. Χάρη στο κεντρικό εύρημα μιας «νόσου» , η απώλεια της γραφής και της ανάγνωσης μεταμορφώνεται σε μια απτική, σχεδόν προ-γλωσσική επικοινωνία, παράλληλα καθιστώντας την φθορά σαν μια παράδοξη μορφή απελευθέρωσης. Στο δε «Διάνεμα», η απόσταση γίνεται γεωγραφική και ερωτική ταυτόχρονα, με τα δρώντα πρόσωπα να πλησιάζονται κι απομακρυνόμενοι σε μια ρυθμική, σχεδόν τελετουργική αέναη επανάληψη. Στο «Νησί σαν πεταλούδα», η απόσταση αποκτά την πιο πολιτική και επείγουσα μορφή της: την προσμονή μιας ενηλικίωσης που υπόσχεται ελευθερία αλλά παραδίδει τους ήρωες σε νέες μορφές εγκλεισμού. Εδώ η Κατσικογιάννη γίνεται πιο άμεση και πιο «νευρώδης», χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει την ποιητική της ιδιολέκτο.
Η Κατσικογιάννη θέτει σε εφαρμογή ένα είδος «σωματοποίησης» των λέξεων που λειτουργούν με μια εσωτερική λογική πειστική για τον αναγνώστη : λέξεις δηλαδή που φορτίζονται με υφή, βάρος, μυρωδιά, θερμοκρασία. Οι παρομοιώσεις είναι συχνά παράδοξες, σχεδόν παραισθητικές —πόδια που τρέμουν «σαν θάλασσα που κάποιος φυσούσε τον χυλό της να κρυώσει», μάτια που έχουν «κάτι σαν μυρμήγκια γύρω τους», ένα νησί που «συρρικνώνεται σαν αποξηραμένο φρούτο». Αυτή, ωστόσο, η γλώσσα είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση του βιβλίου. Η πυκνότητα των προτάσεων, οι μακροσκελείς παρεκκλίσεις, η ελλειπτικότητα των διαλόγων —ειδικά στο «Διάνεμα»— απαιτούν από τον αναγνώστη μια προσοχή και μια υπομονή. Υπάρχουν σημεία όπου η γραφή φαίνεται να αυτονομείται, να απολαμβάνει τον εαυτό της σε βάρος της αφηγηματικής σαφήνειας, με κάποιους δευτερεύοντες χαρακτήρες να παραμένουν περισσότερο σκιές ή σύμβολα παρά ψυχολογικά ολοκληρωμένες παρουσίες. Αυτό είναι εντονότερο στη δεύτερη νουβέλα, η οποία είναι και η πιο αφαιρετική, καθώς και η πιο ανθεκτική σε μια συμβατική ανάγνωση.
Παρά τις προαναφερθείσες διαβαθμίσεις, το Διάνεμα είναι ένα βιβλίο που ανταμείβει όσους δεχτούν να το «εποικίσουν». Πρόκειται για μια σπουδή επάνω στην ανικανοποίητη επιθυμία, στα μη ειπωμένα λόγια, στα σώματα που βρίσκονται μεν δίπλα-δίπλα αλλά παραμένουν ξένα. Η Κατσικογιάννη χτίζει κόσμους με ελάχιστα υλικά: μια κοινωνία γυναικών που συναλλάσσεται με σταφίδες, ένα νησί όπου το λάδι έχει τριπλή χρησιμότητα, μια δυστοπική Αθήνα με ασφαλτοστρωμένες θάλασσες και παιδιά της εξορίας. Αυτοί οι κόσμοι είναι παράξενοι αλλά και οικείοι, σκληροί αλλά και τρυφεροί, κατοικούμενοι από ήρωες που, ακόμα κι όταν μοιάζουν με σκιές, καταφέρνουν να έρθουν σε επαφή με τον αναγνώστη. Όλοι τους είναι άνθρωποι που βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση αναχώρησης, άνθρωποι που κάτι έχουν χάσει ή κάτι περιμένουν να βρουν, άνθρωποι που η ζωή τους είναι ένα «διάνεμα» —μια μορφή διαβατική, μια στιγμή που περνάει και χάνεται.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια μεταμοντέρνα πινελιά στο «Νησί σαν πεταλούδα»: ο αφηγητής εξαφανίζεται, αφήνοντας την ιστορία ανολοκλήρωτη, σαν να ομολογεί ότι καμία αφήγηση δεν μπορεί να χωρέσει τη ζωή ολόκληρη. Είναι μια πράξη ταπεινότητας και εμπιστοσύνης προς τον αναγνώστη, αλλά και μια υπενθύμιση ότι οι ιστορίες, όπως και οι άνθρωποι, δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά.
Συνολικά, το Διάνεμα είναι ένα ισορροπημένο βιβλίο, που διέπεται από την απαραίτητη (και ολοένα δυστυχώς σπανιότερη) λογοτεχνική τόλμη και πρωτοτυπία. Δεν είναι ένα βιβλίο για όλους, παρόλα αυτά πρόκειται για ένα έργο που θα μείνει στην μνήμη όσων το αγαπήσουν —και η αγάπη αυτή, όπως και η γλώσσα του, πρόκειται για μια υπόθεση βιωματική, σχεδόν σωματική.
https://anoteleia.gr/dianema_alexia_katsikogiannh

