Είδαμε το Pigalle στο θέατρο Olvio
Είδαμε το Pigalle στο θέατρο OLVIO
Γράφει η Λένα Σάββα
Στο ποιοτικό θέατρο Όλβιο είδαμε τη νέα μαύρη κωμωδία του Γιάννη Κεντρωτά σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κοιλάκου. Μετά τον Τόρνο και το Γιοσίρου η συνεργασία αυτών των δύο συνεχίζεται δυναμικά.
Το πιγκάλ είναι ένα εξάρτημα τουαλέτας και δεν θεωρείται από τα πιο καθαρά αντικείμενα ενός σπιτιού.
Σε πλήρη αντιπαράθεση, έχουμε το μπονζάι, το δέντρο της ζωής.
"Το μπονζάι θέλει αφοσίωση. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο όμορφο και πολύτιμο γίνεται. Αλλά θέλει φροντίδα.Θέλει καθημερινά να χαϊδεύεις τα φύλλα του".
Οι ήρωες της ιστορίας πού άραγε ανάμεσα στα δύο βρίσκονται; Θυμούνται κάποιες φορές να ξεσκονίσουν αυτό το παρατημένο θέμα τους που λέγεται ζωή; Κι αν ναι πόσο συνειδητά το θυμούνται απορροφημένοι από τις τεράστιες απαιτήσεις της εργασίας και της καθημερινότητας;
Οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι ρουφήχτρες που καταπίνουν αδηφάγα την ενέργεια, τη δύναμη, το χρόνο, τη σκέψη σου. Βγαίνεις τόσο ρουφηγμένος που το μόνο που σου έχει απομείνει είναι το κατακάθι. Το πιγκάλ.
Ο Κεντρωτάς μέσα από ένα χιουμοριστικό κείμενο, καταγγέλλει τον εργασιακό ανταγωνισμό και το πάθος για καριέρα, τον αριβισμό, την εργασιακή βία, βασικά στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος που δημιουργεί ζωές στερημένες από χαρά, γνήσιο ενθουσιασμό κι έμπνευση, στερημένες από οτιδήποτε όμορφο μας περιβάλλει.

Σαββατόβραδο και ο Ντίνος με τη γυναίκα του Μαρία, περιμένουν για φαγητό το αφεντικό του Ντίνου τον Στάθη. Ο Ντίνος είναι μέσα στην έξαψη γιατί σκοπεύει να του παρουσιάσει το νέο επιχειρηματικό του πλάνο. Τι έχει όμως προηγηθεί;
Η Μαρία δεν μιλάει σχεδόν καθόλου σε όλη την παράσταση. Η Μαρία έχει μελανιές στο πρόσωπο από χτυπήματα κι έναν επίδεσμο στο χέρι. Φαίνεται τρομοκρατημένη. Σε αντίθεση με τον Ντίνο που μιλάει ασταμάτητα για τη δουλειά του σε μια μεγάλη εταιρία που παράγει χαρτί υγείας, περιγραφοντάς μας με πολύ χιούμορ, μαύρο ως επί το πλείστον, την κατάσταση στην εταιρία, την προσπάθεια του να ανελιχθεί. Καταπίνει τα πάντα, ταπεινώσεις και προσβολές γι' αυτή την ανέλιξη. Και φυσικά προσπαθεί να αναπτύξει μια καλή σχέση με το αφεντικό του τον Στάθη.
Ο Ντίνος τα έχει τακτοποιήσει όλα μέσα στο μυαλό του σε κουτάκια κι αλίμονο σε όποιον διανοηθεί να διαταράξει αυτή την εύθραυστη ισορροπία των κουτιών.
Με μια σκηνοθετική ροή εντυπωσιακή, ο Μιχάλης Κοιλάκος δημιουργεί μια ατμόσφαιρα συνηθισμένης καθημερινής ζωής που ωστόσο αναδεικνύει το κείμενο και προβάλλει τα δυνατά του σημεία και το καυστικό χιούμορ του. Η ιστορία του Κεντρωτά κλείνει μέσα της μια τρομακτική αντίφαση την οποία "πιάνει" ο Κοιλάκος και την μετατρέπει σε σκηνική ατμόσφαιρα.
Η ρουτίνα της καθημερινότητας από τη μιά κι από την άλλη η αίσθηση ότι το έργο και οι ήρωες του περπατούν σ' ένα πάτωμα γεμάτο καρφιά κι ανά πάσα στιγμή μπορεί κάποιος ή κάτι να ματώσει. Αν δεν είναι ήδη ματωμένο. Και μέσα σε όλο αυτό μπαίνει το χιούμορ για να γεφυρώσει τα αγεφύρωτα.
" Το μαύρο χιούμορ είναι ένας τρόπος να ξορκίσουμε τους φόβους μας, να γελάσουμε με το παράλογο, πριν μας καταπιεί" λέει ο συγγραφέας.
Οι μελωδίες από το τσέλο του Αναστάσιου Μισυρλή, προσπαθούν να διαλύσουν την παράνοια και να διασκεδάσουν τη μοναξιά και την απόγνωση. Η μουσική του Αναστασίου Μισυρλή και του Μιχάλη Κοιλάκου είναι ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές.

Ο Φοίβος Συμεωνίδης είναι εκπληκτικός. Ο τύπος με τα ψυχαναγκαστικά του σύνδρομα, με την υστερία, τον αυταρχισμό και τη βία που κινείται υποδόρεια μέσα του, με το μάτι του να γυαλίζει από αυτή την τρέλλα που έχει γίνει πια τόσο συχνή που με λύπη μου λέω ότι έχει σταματήσει να μας εντυπωσιάζει, σχεδόν ούτε την προσέχουμε, βρίσκει την τέλεια εκπροσώπηση του στην ερμηνεία του Συμεωνίδη. Κι έτσι όπως ξετυλίγεται η υπόθεση και πολλά ερωτήματα βρίσκουν τις απαντήσεις τους, αποδομείται μεγαλο μέρος της αρχικής σοβαροφάνειας και μπαίνουμε από την ανοιχτή πια πόρτα, στην παράνοια. Των γονεϊκών συμπεριφορών που δημιουργούν αθεράπευτα τραύματα και των σκληρών πολιτικών και κοινωνικών κατεστημένων που καταστρέφουν ζωές.
Ο Βασίλης Χατζηδημητράκης στο ρόλο του αφεντικού, έχει μια ερμηνεία που ρέει μέσα από μια αξιοπρόσεκτη φυσικότητα. Απλός κι ανεπιτήδευτος, γίνεται ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, αλλά κι ένας στιβαρός, όταν χρειάζεται, εργοδότης.
Σ' ένα σχεδόν βουβό αλλά καθοριστικό ρόλο η Τάνια Παλαιολόγου, περιφέρεται στη σκηνή σαν αερικό και γίνεται με την σιωπηλή αλλά εκφραστική ερμηνεία της, η εκπροσώπηση της ενδοοικογενειακής βίας και των συνεπειών της. Σε κάποιο σημείο της παράστασης, προς το τέλος, λύνει τη σιωπή της και μας καθηλώνει με την ευαισθησία κι εσωτερικότητα της. Αυτός ο ρόλος έχει ένα σπουδαίο μήνυμα. Αν δεν επικοινωνούμε την κακοποίηση, αν σιωπούμε και συμβιβαζόμαστε, ίσως η κατάληξη να είναι τραγική και ακραία.
Το Pigalle είναι μια δυνατή παράσταση από αυτές που δεν τις ξεχνάς εύκολα. Μέσα από το μαύρο χιούμορ του το έργο, έχει τη δυναμική να αναταράξει τον εφησυχασμό μας και να μας ωθήσει να διεκδικήσουμε όσα ονειρευόματε και δικαιούμαστε. Παράλληλα όμως θέλει να βάλει κι ένα τέλος πραγματικό και συμβολικό σε όσα μας πνίγουν. Κι αυτό το τέλος, στο τέλος, το κραυγάζει!
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/pigalle/

