Συνέντευξη με την Ειρήνη Δράκου με αφορμή την παράσταση «Η Πολιορκία του Λένινγκραντ» που ανεβαίνει στο ΒΙΟS
1. Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε βαθύτερα στο έργο «Η Πολιορκία του Λένινγκραντ» και σας οδήγησε να το σκηνοθετήσετε σήμερα;
Με συγκίνησε καταρχήν η συνάντηση αυτών των δύο γυναικών με ένα τρόπο ανατρεπτικό, γεμάτο φαντασία και το χιούμορ που επιστρατεύουν ως υπαρξιακή ανάγκη, προκειμένου, παρά τις διαφορές τους να συνυπάρξουν. Η συνάντηση αυτή μοιάζει με φυσικό φαινόμενο. Είναι εκτός συμβάσεων. Αποτελεί εξαίρεση. Είναι σαν να διεκδικούν οι ηρωίδες, σε όλο το έργο, το δικαίωμα στην έκπληξη. Και κάτι ζωτικής σημασίας που σήμερα μοιάζει ντεμοντέ, δεν τολμούμε καν να το ψελλίσουμε. Είναι ένα έργο που μιλάει για την ελπίδα. Και οι ηρωίδες του παρά τις ματαιώσεις τους, αυτό το διεκδικούν μέχρι το τέλος. Αυτό με συγκίνησε περισσότερο.
2. Το έργο μιλά για ένα θέατρο που μοιάζει να έχει πεθάνει. Πιστεύετε ότι ζούμε ήδη σε μια τέτοια εποχή ή πρόκειται για μια ποιητική υπερβολή;
Το έργο ναι θέτει ερωτήματα καταρχήν για την τύχη το ίδιου του θεάτρου στο μέλλον, αλλά και για την πραγματικότητα που κατασκευάζεται στη σημερινή εποχή, την εποχή που όλα είναι θέαμα, την σημερινή κατασκευασμένη πραγματικότητα της ψηφιακής εποχής και των μεγάλων θεαμάτων. Ακόμη και να είναι αληθινή η πραγματικότητα όλα πλέον έχουν μολυνθεί και χρησιμοποιηθεί το πολύ από τη σύγχρονη μηχανή κατασκευής και κατανάλωσης ειδήσεων. Άνθρωποι και ιδέες είμαστε πλέον προϊόντα. Όπως υποστηρίζει και ο θεωρητικός B. Latour, στο μέλλον αυτό το θέατρο δεν θα έχει πια ακροατήριο.
Αυτό έχει δύο ερμηνείες, η μια σίγουρα είναι αυτή της αντικατάστασης των ανθρώπων από τις μηχανές, στην οποία εμπίπτει και η ανησυχία για το θέατρο, αλλά και μια δεύτερη ερμηνεία, που αφορά κι αυτό που διαπραγματεύεται το έργο. Τη χρεοκοπία των ιδεών – αυτή την παλιά ιστορία - και τώρα η αναξιοπιστία της πραγματικότητας, που γνωρίζουμε πλέον όλοι ,ότι είναι σ΄ ένα μεγάλο βαθμό κατασκευασμένη.
Κι έτσι για τους περισσότερους ανθρώπους, είναι πολύ εύκολο να μην πιστεύουν πια σε τίποτα. Ή να επιλέγουν να μην πιστέψουν ανάμεσα σε μια πραγματικότητα που τους ενθαρρύνει να δράσουν, παρά σε μια άλλη που τους υπνωτίζει ή τους εξυπηρετεί. Η κυρίαρχη πραγματικότητα που δημιουργεί η ΑΙ εποχή, εντείνει ακόμη περισσότερο αυτή την αποσπασματική ατομιστική εμπειρία του κόσμου, το βίωμα παύει να είναι συλλογικό κι έτσι ίσως και με αυτόν τον τρόπο, το μεγάλο θέατρο να χάσει το ακροατήριο του.
3. Οι δύο ηρωίδες είναι ταυτόχρονα αντίζηλες και σύμμαχοι. Πώς δουλέψατε σκηνικά αυτή τη λεπτή ισορροπία;
Με την Οδύσσεια δουλέψαμε και οι ίδιες με ισχυρές δόσεις χιούμορ και μάλλον τολμήσαμε μια συζήτηση φέρνοντας τους ίδιους τους εαυτούς μας στο τραπέζι της πρόβας, ψάχνοντας διαρκώς τη γλώσσα, για να μιλήσουμε για αυτά τα επώδυνα, θέματα που αφορούν τις γυναικείες και γενικότερα τις ανθρώπινες σχέσεις, που το να συζητηθούν, είναι συνήθως ταμπού. Αυτή η διαδικασία και το ίδιο το έργο έχει εμβαθύνει μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, με ένα παράδοξο τρόπο, τη γνωριμία μας.
4. Στην παράσταση υπάρχει η αίσθηση της λούπας, ενός κόσμου που τελειώνει ξανά και ξανά. Πώς αποτυπώνεται αυτό σκηνοθετικά;
Καταρχήν βρισκόμαστε σ’ ένα μουσείο στο μέλλον, όπου όλα ήδη έχουν τελειώσει. Αφηγούμαστε μ’ ένα τρόπο το τέλος της ιστορίας της ανθρωπότητας από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά. Αυτή η ‘Μετά εποχή’, είναι η εποχή μέσα στην οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Μιλάμε για τον πολιτισμό της καταστροφής που το απόλυτο κακό διαρκώς επιταχύνει και διαστρέφει το πρόσωπο του. Νέοι διαρκώς παράνομοι και παράλογοι πόλεμοι, γενοκτονίες - με κορυφαία αυτή της Γάζας - που παρακολουθούμε στις τηλεοράσεις μας, ενώ συνεχίζουμε να εορτάζουμε με την ίδια ένταση τον Άγιο Βαλεντίνο και την Eurovision.
Στην παράσταση προτιμήσαμε λοιπόν να επιταχύνουμε την ολοκλήρωση αυτού του κακού, αναζητώντας μια ησυχία για να μιλήσουμε για όλα αυτά. Βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα σύμπαν φαντασμάτων. Βρισκόμαστε όλοι μαζί στο μέλλον. Σχεδόν όλοι έχουμε όλοι πεθάνει ή κυκλοφορούμε ως ‘νεκροζώντανοι’, φαντάσματα οι ίδιοι του εαυτού μας, θεατές του μεγάλου θεάματος, ή έχουμε αντικατασταθεί από μηχανές που κυκλοφορούν με ίσα δικαιώματα ανάμεσα μας.
Σε μια αίθουσα εκτίθεται το θέατρο, όπως ήταν κάποτε. Εκτίθενται δύο γυναίκες, ηθοποιοί, που για ένα πιάτο φαΐ, παίζουν την Πολιορκία του Λένινγκραντ, ένα έργο όπου δύο ηθοποιοί προσπαθούν να σώσουν ένα θέατρο.
5.Το έργο γράφτηκε πριν από την πανδημία, αλλά μοιάζει προφητικό. Πώς επηρέασε η εμπειρία της πανδημίας τη δική σας ανάγνωση;
Νομίζω ότι εκείνη η περίοδος ήταν ιδιαίτερα τραυματική για όλους όσους από εμάς είχαμε μάθει να κάνουμε ένα θέατρο που βασιζόταν στη συλλογικότητα. Μιλάμε πάλι για μια εποχή πριν και μετά. Η προδοσία από μέσα, όπως τη διαπραγματεύεται το έργο, ο κυνισμός, ‘ο θάνατος σου, η ζωή μου’, ο τυχοδιωκτισμός μας έκανε πολύ γρήγορα. ειδικά όσοι είμασταν πιο ρομαντικοί, αναλώσιμους. Λες και η συνθήκη αυτή έβγαλε τον χειρότερο εαυτό μας. Αλλά όχι μόνο. Ίσως σαν ξαναγνωριστήκαμε με τον εαυτό μας και τους άλλους και να διεκδικούμε κάποιοι πιο συνειδητοποιημένα την ανάγκη μα ς να δημιουργούμε. Το έργο μιλάει για όλα αυτά καταλήγοντας στο πιο σημαντικό ίσως από όλα. Την ανάγκη να υπερασπιστούμε, μια ελπίδα. ‘Την ελπίδα όλων των κολασμένων της γης’, όπως λέει και μια από τις δύο ηρωίδες, η Πρισίλα.
6. Ερμηνεύετε και σκηνοθετείτε ταυτόχρονα. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις αυτού του διπλού ρόλου;
Έχω πάρει την απόφαση ήδη ότι δεν θα επιχειρήσω ξανά τόσο δύσκολο εγχείρημα και μάλιστα σε τόσο μεγάλη έκταση. Άλλα προσπαθώ να περπατήσω με αυτό και να το απολαύσω. Συγκυριακά αυτή η διπολικότητα σε ότι αφορά τους ρόλους, ταιριάζει στην ηρωίδα που παίζω, στην Πρισίλα, η οποία στη διαδρομή αυτή προσπαθεί να μην χάσει τον εαυτό της.
7. Πώς συνεργαστήκατε με την Οδύσσεια Μπουγά ώστε να δημιουργηθεί αυτή η αίσθηση κοινής μοίρας επί σκηνής;
Νομίζω ρισκάροντας πολύ. Κάναμε και κάνουμε διαρκώς βουτιές στο κενό η κάθε μια χωριστά αλλά και μαζί σε αυτή την παράσταση. Ανεξάρτητα από την παράσταση, προσωπικά νιώθω πολύ τυχερή για αυτά που κερδίζω στην κοινή αυτή διαδρομή με την Οδύσσεια.
8. Τι θα θέλατε να δείτε να συμβαίνει ή να αλλάζει στο ελληνικό θέατρο σήμερα;
Θα ήθελα ένα θέατρο πιο αποκεντρωμένο. Ένα θέατρο ουσιαστικά εξωστρεφές. Ένα θέατρο που τολμά να ταξιδεύει τις δουλειές του πέρα από τις μεγάλες πόλεις και εκτός συνόρων. Νομίζω ότι έτσι από μόνο του το θέατρο μετατρέπεται σε μια πολύ ισχυρή πολιτική πράξη. Και σίγουρα δεν προσδοκώ από ένα κράτος που σπεύδει να υποστηρίζει παράνομους πολέμους και γενοκτονίες να δημιουργήσει αυτή τη συνθήκη. Νομίζω πως δεν πρέπει να περιμένουμε πια τίποτα. Η μόνη επιλογή είναι η δράση.
9. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας ένα αγαπημένο σας ποίημα, ένα τραγούδι και μια ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.
‘Το καράβι’, σε στίχους του Χ. Βασιλειάδη & Ν. Βελιώτη, Μουσική του Γ. Ζαμπέτα και Ερμηνεία, Μπέμπα Μπλανς .
‘Οι νύχτες της Καμπίρια’, του Φ. Φελίνη με την αγαπημένη Τζουλιέτα Μασίνα.
Αυτή τη στιγμή θα ήθελα να κάθομαι στο καφενείο Πανελλήνιον, στη Μυτιλήνη και να ακούω δια στόματος Κατράκη την Ιερά οδό, του Σικελιανού.
Πληροφορίες και εισιτήρια παράστασης: https://bios.gr/bios/tickets/event.php?id=279

